Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Εργάτες στα Βάτικα

Στις εφτά το πρωί στα Βάτικα Λακωνίας η νέα γενιά εργατών βγαίνει στο δρόμο για δουλειά.
Τα Βάτικα είναι κάτω-κάτω στο χάρτη. Η Λακωνία είναι σκληρή σαν πέτρα, έτσι την χαρακτήρισε ο Πετρέ που είναι Βούλγαρος μα έχει αίμα Ρομά και το διαφημίζει περήφανα: «Είμαι Ρομά ρε, εγώ, λέμε». Κάνει τον οικοδόμο από τα δεκατρία του, και είναι σήμερα δεκαεφτά. Την παραπάνω φράση του την είπε ένας γεράκος σε μια κηδεία και τώρα την λέει και εκείνος. Η περιοχή είναι γνωστή για το Βατικιώτικο κρεμμύδι. Και η παραγωγή του είναι τύπου υπερπαραγωγή, κρατάει τρία χρόνια και χρειάζεται σκληρή, επίμονη δουλειά για να καταλήξει κρεμμύδι στη σαλάτα μας. Ουσιαστικά παίρνεις το κρεμμύδι, το φυτεύεις, κρατάς το λουλούδι και όταν αυτό βγάλει σπόρια, φυτεύεις αυτά τα σπόρια και τον δεύτερο πια χρόνο γίνεται το κοκκάρι, δηλαδή το μικρό κρεμμυδάκι, κατάσταση στιφάδο δηλαδή.
Το τρίτο πια χρόνο, εσύ ασπρίζεις, μα αυτό έχει μεγαλώσει και έχει γίνει καρακρεμμύδαρος. Τα του κρεμμυδιού μου τα λέει η Άνια που είναι δεκαοκτώ χρονών, μικρομάνα ενός αγοριού και εργάζεται στα χωράφια από τα δώδεκα.

«Επειδή φαινόμουν μεγαλύτερη, η μάνα μου με έπαιρνε στο χωράφι και μου έλεγε να λέω ότι είμαι δεκαπέντε. Δύσκολη δουλειά και όταν έχεις τα γυναικεία σου κοιλοπονάς στο χωράφι, με τα πόδια βρεγμένα όλη μέρα με ήλιο με βροχή. Εγώ δούλευα μέχρι εννέα μηνών. Δεν με έπιασαν οι πόνοι στο χωράφι, κατά τύχη ήμουν στο σπίτι». Τα ελληνικά της είναι σπαστά, κάποιοι έχουν πάει σχολείο, εκείνη βαρέθηκε και σταμάτησε στην έκτη δημοτικού. Γιατί το σχολείο είχε περπάτημα μιας ώρας να πας και να γυρίσεις. Δεν βαριόταν τα μαθήματα, αλλά τον ποδαρόδρομο. Οι περισσότεροι εργάτες πήγαν στα Βάτικα με το πρώτο μεταναστευτικό κύμα στα ’90s. Και επειδή η περιοχή χρειαζόταν εργατικά χέρια, καθώς οι νέοι την κάνουν με την πρώτη ευκαιρία, η μικρή κοινωνία δεν τους αγκάλιασε, αλλά πάνω στην ανάγκη τους έκτισαν μια γέφυρα συμπάθειας και στο τσακίρ κέφι λένε «έχω πάρει το παιδί στο χωράφι». Τους στρίμωξαν κάπου όλους μαζί και τους άφησαν στην τύχη τους. Και εκείνοι, μεταξύ τους, μια χαρά τα βρήκαν. Γεννήθηκαν έρωτες, τα παιδιά έκαναν και αυτά παιδιά, αφού παντρεύονται από βυζανιάρικα. Οι περισσότεροι είναι Βούλγαροι και κατάγονται από τους Ρομά.

Τα περισσότερα μεταναστόπουλα δεν έχουν φύγει ποτέ από το χωριό και το πιο εντυπωσιακό τους ταξίδι είναι στο Γύθειο. Μεταξύ τους περνάνε φίνα, κάνουν αυτοσχέδια τατουάζ τύπου φυλακή, έχουν παπιά με κομμένη πινακίδα και αλλαγμένη εξάτμιση και πειραγμένα αυτοκίνητα. Παντρεύονται πολύ μικροί, οι περισσότεροι στα δεκαεφτά έχουν ήδη διάδοχο. Ο Ρούντι που είναι κοντά στα δεκαοκτώ είναι αυτός που κάνει και τα αυτοσχέδια τατού, λέει ότι τα έμαθε από κάποιον ηλικιωμένο και όταν τον ρωτάω πώς τον έλεγαν μου λέει: «δεν έχει σημασία, δεν ζει πια».
Το χωριό είναι ψόφιο από διασκεδάσεις και στο καφενείο κάθονται μόνο οι ντόπιοι. Είναι παράξενο να καθίσεις με τους ντόπιους, έτσι πάνε σε ένα παραπέρα χωριό, σε ένα μπαρ που το λένε Καζαμπλάνκα και πίνουν φτηνή βουλγάρικη μπύρα την Kamenitza. Μπορείς με τρία ευρώ να γίνεις ντέφι να μην ξέρεις πού είναι η γη και πού το φεγγάρι. Πού και πού κάνουν κανένα καθαρό μπαφάκι, γιατί ο χειμώνας μερικές φορές δεν βγαίνει. «Δεν φταίει ο χειμώνας, φταίει που δεν βγαίνει», λέει ο Πάμπλο που έχει κοιλιακούς του ονείρου. Γελάει που του το λέω και ντρέπεται να σηκώσει ξανά την μπλούζα του. Πώς τους κάνουμε; Κουβάλημα και πάλι, κουβάλημα. Φυσικά τρώμε στο διάλειμμα, αλλά άμα φας πολύ δεν μπορείς να κουβαλήσεις. Τρώμε το βράδυ και κοιμόμαστε. Κάθε πρωί τα ίδια.
Το μεγαλύτερο τους όνειρο είναι να πάνε Αμερική. Και να γνωρίσουν από κοντά τον Μαζωνάκη.

 Κείμενο: Τζούλη ΑγοράκηΦωτογραφίες: Photoharrie