Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Καποδίστριας: Ο άνθρωπος που αν ολοκλήρωνε το έργο του η Ελλάδα θα ήταν διαφορετική

Στις 26 Ιανουαρίου του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα και ορκίζεται κυβερνήτης της. Επρόκειτο για έναν επιφανή Έλληνα πολιτικό και διπλωμάτη που μεταξύ άλλων υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας.

Ως ο πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, συνετέλεσε στην σύσταση του εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.

Η ύπαρξή του και το έργο του πριν αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας είχε ήδη προκαλέσει ποικίλα σχόλια μιας και η αναγνώρισή του ήταν τεράστια χάριν στους διπλωματικούς χειρισμούς του ως εκπρόσωπος της Ρωσίας μετά την λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων. Αξίζει να θυμηθούμε ότι το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε τις βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822.

Γι’ αυτό τον λόγο κατά το 1828 όταν ο Καποδίστριας μόλις είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της Ελλάδος, ο Γκαίτε έγραφε: «Μακάρι οι άριστοι άνδρες των Ελλήνων - οι Φαναριώτες - να συσπειρωθούν γύρω από τον νέον φανόν του ευγενούς Κυβερνήτου Καποδίστρια. Είθε οι γραμματισμένοι, οι σοφοί, οι ευφυείς, με την ελεύθερη γνώμη τους, οι γενναίοι πολεμιστές με τα έργα τους ιδιαίτερα δε οι κληρικοί με καθαρά ανθρωπιστική και αποστολική διάθεση, να ασπασθούν τα σχέδια και τις πεποιθήσεις του και να συμπεριφερθούν και να αποδειχθούν ως Φαναριώτες με την υψηλότερη έννοια, σύμφωνα με τις ευχές ολοκλήρου της Χριστιανοσύνης...»

Και σε άλλο σημείο: «Ποιός, αλήθεια, επιθυμούσε στις ημέρες τις πιό άγριας αναρχίας να σκεφθεί για τα αξιόλογα πρόσωπα που αποτελούσαν τιμή για το Ελληνικό έθνος, και τα οποία, αυτά κυρίως, καταπιέζονταν, καταδιώκονταν και αποκλείονταν από κάθε ενεργό δράση; Σήμερα, όμως, που ένας λαμπρός Κυβερνήτης αγωνίζεται να εξαλείψει από έξω την πειρατεία και από το εσωτερικό της χώρας την αισχροκέρδεια, τις αρπαγές και τις καταχρήσεις, αρχίσαμε να προσβλέπουμε πάλι με θάρρος και πίστη στα πρόσωπα και στα πράγματα, περιμένοντας την τελική επικράτηση και την επιβολή των καλυτέρων ατόμων, σύμφωνα με τις ευχές και τις ελπίδες μας, για το Ελληνικό κράτος ...»

Σε στενό κύκλο προσκεκλημένων του, τον Απρίλιο του 1829, έκανε μιά θλιβερή και απαισιόδοξη πρόβλεψη:

«Θα σας φανερώσω ένα πολιτικό μυστικό, που αργά ή γρήγορα δυστυχώς θα πραγματοποιηθεί: Ο Καποδίστριας δεν θα μπορέσει να κρατηθεί για μακρό χρονικο διάστημα στην διοίκηση των ελληνικών πραγμάτων, γιατί δεν διαθέτει την απαραίτητη γι' αυτές τις καταστάσεις ιδιότητα: Δεν είναι στρατιωτικός. Δεν έχουμε κανένα παράδειγμα, κατά το οποίο άνθρωπος του γραφείου και του πνεύματος να μπορέσει να διοικήσει ένα επαναστατημένο κράτος και να υποτάξει σε νόμους στρατιωτικούς και στρατηγούς και κοτζαμπάσηδες. Με το σπαθί στο χέρι, και ως αρχηγός του στρατού, μπορείς να διατάσσεις, να νομοθετείς και να επιβάλλεις τήρηση των νόμων, οπότε ημπορείς να είσαι βέβαιος ότι θα σε υπακούσουν και θα πειθαρχήσουν. Χωρίς όμως την στρατιωτική σπάθη είναι αμφίβολη η επιτυχία ... Και ο Καποδίστριας δεν κρατάει σπαθί ... Σας το προλέγω ... Δεν είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά ...»

Και ο Goethe επιπλέον έγραψε : «Ο Καποδίστριας πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους τόσο τίμιους όσο τίμιος ήταν και ο ίδιος. Στην προσπάθειά του αυτή θα δοκίμαζε τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις και θα συναντούσε τις πιο βαθιές αντιδράσεις»

Όπως αναφέρει και ο σύγχρονος μελετητής του Καποδίστρια H. Kissinger «Μοναδικό και άσβεστο πάθος του Καποδίστρια ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδος, χωρίς να υπολογίζει καθόλου τις συνέπειες για τον εαυτό του».

Όπως γράφουν οι σύγχρονοί του, γυναίκες και άνδρες του πνεύματος και της αριστοκρατίας «Όταν ο Έλληνας διπλωμάτης εμφανιζόταν στα σαλόνια της υψηλής αριστοκρατίας, επεσκίαζε τους πάντες. Όλων τα βλέμματα επικεντρώνονταν επάνω του, χωρίς καθόλου να το προκαλεί. Υψηλός, ωραίος, με άψογους αριστοκρατικούς τρόπους πηγαίας και πραγματικής ευγένειας, προσηνής και απόμακρος, με τη σιωπηλή μελαγχολία στα μεγάλα και εκφραστικά μάτια του, μαγνήτιζε άθελά του τους πάντες. Η μόρφωσή του απέραντη: Ποταμός γνώσεων σε θέματα ιστορικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, ποιητικά. Άκουγε με σιωπηλή προσοχή τους άλλους, χωρίς ποτέ να κάνει επίδειξη γνώσεων, και όταν ακόμα είχε διαφορετικές απόψεις. Όταν όμως επίμονα ζητούσαν τις δικές του κρίσεις και γνώμες, με θαυμαστή επιδεξιότητα, χωρίς να υποτιμά κανέναν από τους άλλους ομιλητές, κατέπλησσε όλους με τη γλαφυρότητα του λόγου του, με τον πλούτο της σοφίας του, με τα ακλόνητα επιχειρήματά του ... Και αυτοί ακόμη οι πολιτικοί αντίπαλοί του, ανίκανοι να τον αντικρούσουν, τον επαινούσαν ... Αληθινά, τί άλλο μπορούσαν να κάνουν, όταν έβλεπαν τη γενική εντύπωση της γοητευτικής παρουσίας του;»

Ο Τύπος και άλλα δημοσιεύματα, κατά το συνέδριο της Βιέννης, έγραφαν: «Οι αυτοκράτορες χορεύουν, οι βασιλείς χορεύουν, οι πρωθυπουργοί χορεύουν, ο Μέττερνιχ χορεύει, ο Καστλερέη χορεύει, όλος ο κόσμος χορεύει. Μόνον ο Γάλλος πρίγκιπας Ταλλεϋράνδος παίζει χαρτιά. Και ο Καποδίστριας δεν χορεύει».

Το σχεδόν βέβαιο για πολλούς μελετητές του Καποδίστρια είναι ότι αν δεν είχε δολοφονηθεί το ελληνικό κράτος θα ήταν απαλλαγμένο από πολλά βαρίδια που το ταλανίζουν μέχρι και σήμερα.

Υπάρχουν βέβαια ορισμένοι που θεωρούν πως ο Καποδίστριας θα συνέχιζε την «αυταρχική» του διακυβέρνηση και μετά την λύση των προβλημάτων.

Το ήθος και ο βίος του δεν δείχνουν κάτι τέτοιο.

Είναι από τους ελάχιστους Έλληνες στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας που μπήκε στην πολιτική πάμπλουτος και βγήκε φτωχός.

Δεν δίστασε να υποθηκεύσει ολόκληρη τη μεγάλη ακίνητη πατρική περιουσία του στην Κέρκυρα, να δαπανήσει όλα τα χρήματά του για να στηρίξει το νεοσυσταθέν κράτος, να ζήσει ο ίδιος με τρόπο λιτό φέρνοντας τον εαυτό του και την υγιεία του στα όρια, όπως αναφέρει και η Γενική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «... Ο γιατρός του είπε να βελτιώσει λίγο την τροφή του, ήταν επείγουσα ανάγκη για την υγεία του. Κι εκείνος απήντησε αποφασιστικά: Τότε μονάχα θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει...»