Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Επέζησε στη σφαγή της οικογένειάς της στη Μάνη από συνεργάτες των Γερμανών.
69 χρόνια μετά το μόνο που ψάχνει είναι μια φωτογραφία του πατέρα της, καπετάνιου του ΕΛΑΣ, που δεν γνώρισε...

Στον «Ριζοσπάστη» του περασμένου Σαββάτου, σε ένα μικρό μαύρο πλαίσιο της σελίδας 22 περνούσε στα ψιλά μια αγγελία τυπωμένη σε πέντε αράδες: «Η Δήμητρα Πέτρουλα αναζητά μέσω της εφημερίδας φωτογραφία του πατέρα της Σωτήρη, αντάρτη του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ στη Λακωνία, από σύντροφο ή συναγωνιστή του, γιατί η ίδια δεν έχει καμία φωτογραφία του. Η τελευταία φορά που η κ. Πέτρουλα αντίκρισε τον πατέρα της Σωτήρη Πέτρουλα ήταν τον παγωμένο Γενάρη του 1946, όταν κοριτσάκι τριάμισι ετών, πέρασε δύο μέρες τριγυρίζοντας μόνη και νηστική ανάμεσα στα πτώματα της μάνας, των αδελφών της και άλλων τεσσάρων συγγενών που είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί μπροστά της, στην αυλή του σπιτιού τους στο Μοναστήρι Λακωνίας από ντόπιους Χίτες, πρώην συνεργάτες των ναζί και μετέπειτα διώκτες των κομμουνιστών που έλαβαν μέρος στην Αντίσταση....
«Τότε κατέβηκε από το βουνό ο πατέρας μου με τον αδελφό μου τον Βασίλη. Έβαλαν στην κουζίνα τη δωδεκάχρονη αδελφή μου που δεν είχε πεθάνει ακόμη για να μην τη φάνε ζωντανή τα κοράκια. Αυτό το ελάχιστο μπόρεσαν να κάνουν. Κανείς από το χωριό δεν τόλμησε να πλησιάσει. Λίγες μέρες αργότερα τον θυμάμαι στο μισοσκόταδο να μου φτιάχνει μια φέτα ψωμί με λίγο λάδι και να κυλούν δάκρυα στο μάγουλό του. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα», διηγείται στο «Εθνος» η κ. Πέτρουλα....
Ο πατέρας μου μετά από αυτό που συνέβη άσπρισε μέσα σε μία μέρα. Όταν τον είδε ο αδελφός μου στις φυλακές της Τρίπολης, είπε: Αν αυτός με τη μακριά γενειάδα δεν ήταν τόσο γέρος και τυφλός θα έλεγα ότι είναι ο πατέρας μου, τόσο του μοιάζει. Και ήταν αυτός. Θέλω λοιπόν να δω την εικόνα του. Προ ετών έστειλα άνθρωπο και στην Ασφάλεια μήπως από τους φακέλους υπήρχε κάτι. Μου είπαν ότι δεν έχουν τίποτα. Απευθύνομαι, λοιπόν, σε όποιον μπορεί να βοηθήσει. Θα συμπληρωθεί μέσα μου ένα παζλ ζωής», λέει με φωνή ποτισμένη από τρυφερότητα – εντυπωσιακή αν αναλογιστεί κανείς τη φρίκη που χάραξε τη ζωή της. Μανιάτης αντάρτης Ο Σωτήρης Πέτρουλας, ένας άνθρωπος «πέτρινος και αέρινος, Μανιάτης αντάρτης και συνάμα τρυφερός» ήταν, σύμφωνα με την κόρη του, μισητός εχθρός για τους Χίτες της περιοχής....

«Πολύ πριν τον πόλεμο είχε κατεβάσει τους Μανιάτες από τη Μέσα Μάνη και μαζί με τον αδελφό του έκαψαν την Εφορία Αρεόπολης για να μην πληρώνουν οι αγρότες τη δεκάτη του λαδιού. Οι εργάτες των γύρω τσιφλικάδων έβρισκαν στο σπίτι του άσυλο και βοήθεια. Αυτό δεν του το συγχώρησαν οι φάρες, ο Πέτρουλας που καταγόταν κι εκείνος από οικογένεια με περιουσία, να πάει με την πλέμπα. Ε, μια φορά τους την έκανε τότε και έπειτα όταν πήγε και έγινε μέλος του ΚΚΕ. Αυτό πήγαινε πολύ…». Καπετάνιος του εφεδρικού ΕΛΑΣ και φρούραχος στο Γύθειο ο Σωτήρης Πέτρουλας φυλούσε στο νησί Κρανάη τους περίπου 800 Χίτες της Πελοποννήσου που είχαν συλληφθεί ως συνεργάτες των Γερμανών.

«Του έλεγαν κάποιοι: ρε Σωτήρη δεν κάνεις τα στραβά μάτια να μπούμε να τους μακελέψουμε; Το έλεγαν πολλοί γιατί δεν υπήρχε τότε ούτε ένα σπίτι στην περιοχή που να μην είχε νεκρό από χίτη στην περίοδο του πολέμου. Τα δύο αδέλφια μου που επέζησαν από φυλακές και εξορίες του κρατούσαν κακία που δεν το έκανε. Όμως εκείνος ήταν συνεπής κομμουνιστής, έλεγε θα τους στείλουμε στην Αθήνα και θα δικαστούν όπως πρέπει. Τελικά τους έστειλαν στην Αθήνα, τους έδωσαν όπλα, έκαναν τα Δεκεμβριανά και μετά κατέβηκαν στη Μάνη και μας σκότωσαν όλους. Ούτε σκυλί αριστερού δεν άφηναν ζωντανό». Η αγωνία του Στο τελευταίο γράμμα του από τις φυλακές της Σπάρτης στις 31 Μαρτίου 1948, 13 ημέρες πριν δολοφονηθεί, ο Σωτήρης Πέτρουλας έγραφε στον γιο του Αντώνη, κρατούμενο στην Τρίπολη- που τελικά θα περνούσε από Ακροναυπλία, Γιούρα, φυλακές Κέρκυρας μέχρι το 1961: «Για την Μπεμπέκα δεν έχω καμία πληροφορία». Αναρωτιόταν αν ζούσε ή αν πέθανε. Το γράμμα αυτό σήμερα, 67 χρόνια μετά, έχει κορνιζάρει στο σαλόνι της η κ. Δήμητρα. Είναι ένας δεσμός με τον χαμένο πατέρα της. Και μια υπόσχεση που έδωσε στη μάνα της την ώρα που εκείνη ξεψυχούσε στα χέρια των δολοφόνων: «Τη σέρνανε, τη χτυπάγανε… ένιωσα το χέρι της να σφίγγει το δικό μου», διηγείται. «Άκουσα τη φωνή της: «Μπεμπέκα μου, Μπεμπέκα μου, αν ζήσεις, τ” όνομά μας να κρατάς πάντα ψηλά. Ορκίσου μου… Ορκίσου μου…». «Μα τι λέει, σκέφτηκα εγώ, τι μου λέει, νόμιζα πως εννοούσε να κρατώ ψηλά για μια ζωή μια σανίδα γραμμένη με το όνομα Πέτρουλα. Θα κουραστώ σκεφτόμουν… όμως όπως είχα γίνει ένα με τη φουστάνα της ξεφώνιζα» στ” ορκίζομαι! στο ορκίζομαι!»...
Η δολοφονία Στις 14 Απριλίου 1948 ο Σωτήρης Πέτρουλας δολοφονείται στις φυλακές της Σπάρτης μαζί με άλλους 25 συγκρατούμενούς του. Έξαλλοι χωροφύλακες είχαν εισβάλει στα κελιά πυροβολώντας τους δεμένους κρατούμενους, επειδή τζιπ τους είχε ανατιναχτεί από νάρκη. Νεκρός έπεσε και ο διοικητής των φυλακών, αντισυνταγματάρχης Δημήτρης Φίτσιος, ο οποίος στην προσπάθειά του να τους αποτρέψει δολοφονήθηκε επί τόπου. «Ο πατέρας μου είχε παραδοθεί τον Μάρτιο του ’47 πιστεύοντας ότι θα δοθεί αμνηστία. Εμπιστεύτηκε. Εκείνος που δεν τον έπιασαν ποτέ πήγε και παραδόθηκε. Εξεπλάγησαν και οι Χίτες. Όμως ήταν άνθρωπος που πίστευε στην ειλικρίνεια. Πάντα έλεγε: »Ψέματα μόνο οι σκλάβοι λένε…»....
Ο άλλος Σωτήρης Πέτρουλας. Ο ηρωικός φοιτητής που δολοφονήθηκε στα Ιουλιανά του 1965 «Ο ανιψιός μου Σωτήρης μάς εξιλέωσε όλους» Την επταετία 1943-1950 συνολικά 31 μέλη της οικογένειας Πέτρουλα δολοφονήθηκαν. Τελευταίος νεκρός, ο φοιτητής και μέλος της ΕΔΑ Σωτήρης Πέτρουλας, δολοφονήθηκε από την αστυνομία τον Ιούλιο του 1965 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης. Ο θάνατός του συγκλόνισε το πανελλήνιο, προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις και μετέτρεψε την κηδεία του σε συλλαλητήριο. «Ο ανιψιός μου Σωτήρης πήρε εξιλέωση για όλους τους νεκρούς μας. Γιατί ήταν ο μοναδικός Πέτρουλας που θάψαμε, οι άλλοι χώθηκαν σε λάκκους», λέει η κ. Δήμητρα. «Γι” αυτό και ο αδελφός μου, ελεύθερος πια από φυλακές και εξορίες, έδωσε μάχη για να πάρουμε τη σορό του, κάτι που αρνιόταν η αστυνομία», λέει. Τι νιώθει, όμως, η ίδια για τον θάνατο; «Κοιτάξτε, εγώ σώθηκα από δύο δολοφονίες», εξηγεί. Η μία τον Γενάρη του ’46 όταν έσφαξαν τη μάνα, το θείο, τις αδελφές της και η δεύτερη τον Ιούνη του ’47 όταν οι Χίτες σκότωσαν στο σπίτι τους τη θεία και τα ξαδέλφια της. Ακολούθησε μια κυνηγημένη ζωή, την οποία συνέγραψε σε βιβλίο με τον τίτλο «Που είν΄ η μάνα σου μωρή;». «Τον πατέρα μου τον σκότωσαν το ’48 και τον αδελφό μου Βασίλη το ίδιο έτος σε ηλικία 18 ετών. Θυμάμαι που βύζαινα τη μάνα μου αυτές τις δύο μέρες ανάμεσα στα πτώματα και έλεγα «έχει αλλιώτικη γεύση αυτό το γάλα», δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο θάνατος δεν μου λέει τίποτα πια. Το μόνο που έχω πει στην κόρη μου είναι όταν πεθάνω να γράψει στο μνήμα μου: »Προσπαθούσε να γίνει άνθρωπος, μήπως τα καταφέρει και γίνει κομμουνίστρια»»…...


Κατερίνα Ροββά
Φωτό: Γρηγόρης Χρυσοχοΐδης
πηγή Έθνος